ολιγαρκία


ολιγαρκία
ὀλιγαρκία, ἡ (Α)
βλ. ολιγάρκεια.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ὀλιγαρκία — ὀλιγαρκίᾱ , ὀλιγαρκία contentment with little fem nom/voc/acc dual ὀλιγαρκίᾱ , ὀλιγαρκία contentment with little fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλιγαρκίᾳ — ὀλιγαρκίᾱͅ , ὀλιγαρκία contentment with little fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλιγαρκίας — ὀλιγαρκίᾱς , ὀλιγαρκία contentment with little fem acc pl ὀλιγαρκίᾱς , ὀλιγαρκία contentment with little fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ολιγάρκεια — η (ΑΜ ὀλιγάρκεια, Α και ὀλιγαρκία) [ολιγαρκής] η ιδιότητα τού ολιγαρκούς, η ικανοποίηση με τα λίγα, το να αρκείται κανείς σε λίγα …   Dictionary of Greek

  • ՍԱԿԱՒԱՊԻՏՈՒԹԻՒՆ — ( ) NBH 2 0686 Chronological Sequence: Unknown date, 6c, 7c, 10c գ. ՍԱԿԱՒԱՊԻՏՈՒԹԻՒՆ ὁλιγαρκία, ὁλιγάρκεια , ὁλιγοδεία, εὑτέλεια animus paucis contentus, frugalis. գրի եւ ՍԱԿԱՒԱՊԷՏՈՒԹԻՒՆ. Սակաւուք շատանալն. չափաւորութիւն, պարկեշտութիւն կերակրոց եւ …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.